29.8.19

Midsommar – ένα σύντομο σχόλιο




Στο κειμενάκι που ακολουθεί απλώς θα ξύσουμε την επιφάνεια της δεύτερης ταινίας μεγάλου μήκους του Άρι Άστερ. Δεν θα αποπειραθούμε, όχι εδώ, μια αναμέτρηση με τα ποικίλα ζητήματα που θέτει το Μεσοκαλόκαιρο. Ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον. Εδώ μονάχα καλωσορίζουμε έναν σημαντικό, νέο δημιουργό κι ένα αληθινό έργο τέχνης.


Ένας κύκλος που κατ’ ουσίαν ανοίγει και κλείνει με το ίδιο πρόσωπο. Πρόκειται όμως για το ίδιο πρόσωπο; Κινηματογραφημένο αρχικά μέσα στο σκοτάδι ενός πνιγηρού δωματίου, το πρόσωπο της Ντάνι αντανακλά φόβο, άγχος, αγωνία (που όλα συνδέονται με τη μέριμνά της για κάποιον άλλον – ας το κρατήσουμε αυτό). Με την κάμερα να την παρατηρεί από πιο χαμηλά μας υποβάλλεται μια αίσθηση σεβασμού και δέους προς αυτή την πάσχουσα κοπέλα η οποία πολύ σύντομα θα έρθει αντιμέτωπη με μια αδυσώπητη μοίρα, με μια τραγωδία που θα αφήσει ένα βαθύ τραύμα μέσα της.

Μόνο τυχαίο δεν είναι ότι ο χαρακτήρας της Ντάνι είναι ο μοναδικός για τον οποίο γνωρίζουμε ορισμένα βασικά πράγματα, ο μόνος ολοκληρωμένος. Ούτε βεβαίως ότι οι αρσενικοί (Αμερικάνοι) χαρακτήρες της ταινίας παραμένουν δισδιάστατοι (από τον τελείως αντιπαθή Μαρκ έως τον τυπικά «καλό» Κρίστιαν – όνομα και πράγμα αυτός ο τελευταίος…). Έτσι ολόκληρη η ταινία λειτουργεί –από μια ορισμένη σκοπιά– ως το εσωτερικό ταξίδι αυτογνωσίας της Ντάνι, ως απεικόνιση της μετάβασης μιας σημαδεμένης νεαρής Δυτικής στον κόσμο της «Μητριαρχίας».

Αποδεικνύοντας ότι ο θόρυβος/θρίαμβος της Διαδοχής υπήρξε απόλυτα δικαιολογημένος, ο Άρι Άστερ φανερώνει ότι πέρα από κινηματογραφικό όραμα, διαθέτει στέρεο φιλοσοφικό υπόβαθρο, ότι έχει κατανοήσει την ιδιάζουσα σημασία της τελετουργίας και της θυσίας, και –κυρίως– ότι δεν φοβάται να αναμετρηθεί με τις συμβάσεις όχι μονάχα ενός κινηματογραφικού είδους, αλλά ενός αδιέξοδου και στείρου πολιτισμού παίρνοντας ξεκάθαρη θέση: η μόνη τέχνη που αξίζει (τον χρόνο μας) σήμερα είναι εκείνη που, αποκαλύπτοντας το κυρίαρχο «κενό», ανοίγει δρόμους προς μια νέα, πλανητική συνείδηση μέσω μιας επώδυνης μα καθαρτήριας τελετής περάσματος*.

Στο τελευταίο πλάνο του έργου η κάμερα στέκεται ακριβώς απέναντι από την Ντάνι. Πλέον βρίσκονται στο ίδιο ύψος, πλέον η ταινία και η πρωταγωνίστρια αυτής είναι έτοιμες να συγχρονιστούν. Η Ντάνι κοιτάζει, λοιπόν, το «ιερό» που καίγεται, κοιτάζει την κάμερα, κοιτάζει κάθε μεμονωμένο θεατή της ταινίας ξεχωριστά. Ώσπου ξαφνικά αφήνεται. Ολοκληρώνοντας την διεργασία του πένθους αποδέχεται αυτό που (της) συμβαίνει. Αποδέχεται τη μοίρα της, αποδέχεται τη φύση της, αποδέχεται το γεγονός ότι εκείνη είναι ο πρωταγωνιστής – η Βασίλισσα. Και χαμογελά.



*«Οι τελετές περάσματος περιλαμβάνουν πανίσχυρες ψυχοαλλοιωτικές διαδικασίες οι οποίες προκαλούν  εμπειρίες ψυχικής αποδιοργάνωσης που οδηγούν σε ένα υψηλότερο επίπεδο ενοποίησης. Αυτό το επεισόδιο ψυχοπνευματικού θανάτου και αναγέννησης ερμηνεύεται έτσι ως θάνατος στον παλαιό ρόλο και αναγέννηση στον καινούργιο. Για παράδειγμα, στις τελετές ενήβωσης οι μυούμενοι εισέρχονται στη διαδικασία ως αγόρια ή κορίτσια και βγαίνουν από αυτή ως ενήλικοι με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την καινούργια τους θέση. Σε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις, το άτομο ή η κοινωνική ομάδα αφήνουν πίσω τους έναν τρόπο ύπαρξης και κατευθύνονται προς εντελώς νέες συνθήκες ζωής.»
 απόσπασμα από το βιβλίο «Η Ψυχολογία του Μέλλοντος» του Stanislav Grof (εκδόσεις Αρχέτυπο, 2002)