10.10.19

Τζόκερ ή το τέλος των ψευδαισθήσεων




Το Τζόκερ του Τοντ Φίλιπς αφηγείται την σταδιακή καταβύθιση (ή μήπως ανύψωση;) ενός μοναχικού, ψυχικά τραυματισμένου ανθρώπου («κάνω μόνο αρνητικές σκέψεις») στην «τρέλα» και το «έγκλημα». Καθώς οι άμυνες και οι ποικίλες διέξοδοι διαφυγής του καταρρέουν η μια μετά την άλλην, ο Άρθουρ Φλεκ διασχίζει το κρίσιμο όριο που χωρίζει τον «φυσιολογικό» κόσμο από εκείνον την «παραφροσύνης» παίζοντας παράλληλα τον ρόλο του καταλύτη που θα πυροδοτήσει ένα βίαιο, μηδενιστικό κίνημα διαμαρτυρίας. Αποκομμένος πλέον απ' ό,τιδήποτε τον συνέδεε με τους Άλλους, ο Άρθουρ θα βιώσει την απόλυτη ξενότητα –και μαζί την μοναδικότητά του– προτού μεταμορφωθεί σε καθαρή «θετικότητα» και γίνει ο «εαυτός» του. Και γίνει ο Τζόκερ.

Η ταινία ορθώνεται έτσι ενώπιον του θεατή σαν ένας καθρέφτης της αλλοτρίωσης, της σκληρότητας, της διαρραγής των δεσμών αλληλεγγύης και της απουσίας νοήματος που ταλανίζουν τις «προηγμένες», τεχνολογικές κοινωνίες της Δύσης (όσο πιο «προηγμένες», τόσο πιο διαλυμένες άραγε;) στις οποίες φαίνεται ότι η μόνη εναπομείνασα μορφή διαμεσολάβησης των κοινωνικών σχέσεων δεν είναι άλλη από το ίδιο το θέαμα. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν το θέαμα ως μηχανισμός διαμεσολάβησης καταρρέει; Όταν δηλαδή ο Τζόκερ αποκαλύπτει το κενό που κρύβεται πίσω από την φαντασμαγορική πρόσοψη των εικόνων που νανουρίζουν τις μάζες; Μα τι άλλο από ανεξέλεγκτη «δράση», δηλαδή από τυφλό, χαοτικό, ξέφρενο ξέσπασμα...

Όπως όμως επισημαίνει υπαινικτικά και το τελευταίο πλάνο του Τζόκερ –συνοψίζοντας ολόκληρη την ταινία– η ατομική εξέγερση εντός του καπιταλιστικού πλαισίου (άσυλο ψυχικά ασθενών) είναι μάταιη και ατελέσφερη στον βαθμό που η «μηδενιστική» (διάβαζε: αντιπαραγωγική) χαρά που εκλύεται όταν κανείς καταστρέφει ηδονικά εκείνο που τον καταστρέφει δεν συνταιριάζεται με την ευθύνη η οποία συγκροτεί ένα αληθινό πρόσωπο – κάποιον δηλαδή που υπάρχει σε σχέση με τους Άλλους και για τους Άλλους (οι οποίοι δεν λογίζονται πλέον ως απρόσωποι ξένοι, αλλά ως προέκταση του ίδιου σου του εαυτού). Φευ, η «θετικότητα» του αναγεννημένου/αναστημένου Τζόκερ δεν είναι παρά η άλλη όψη της «αρνητικότητας» του Άρθουρ...

Το Τζόκερ δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να κοιτάξει πιο πέρα. Παραμένοντας ως το τέλος στο επίπεδο του καθρέφτη, θα δείξει μεν τους φραγμένους δρόμους, τους δρόμους που δεν βγάζουν πουθενά, αλλά δεν θα αρθεί ως την «ουτοπία». Ακόμη κι έτσι πρόκειται για μια σημαντική ταινία που φανερώνει με εμφατικό τρόπο το τραγικό αδιέξοδο ενός ολόκληρου Πολιτισμού κι όπου μια οξυδερκής κριτική του θεάματος («φαίνομαι, άρα υπάρχω») συνυπάρχει με μια διεισδυτική ανάλυση της σκοτεινής γοητείας που ασκεί το Κακό στο φαντασιακό του Δυτικού κόσμου. Δίχως να ξεχνάμε, βεβαίως, ότι κοιτάει κατάματα κάτι που παραμένει ακόμα εν πολλοίς ταμπού (ψυχική ασθένεια) και τολμά να θέσει –ανάμεσα σε άλλα– ένα ζήτημα κρίσιμης σημασίας που μας απασχολεί βαθιά εδώ και καιρό: αυτό που συμβαίνει στον Άρθουρ Φλεκ αποτελεί μια τυπική περίπτωση ψύχωσης ή μήπως κάτι άλλο;