Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18.3.24

προς τη Σύνθεση 

20 & 1 θέσεις


μηδέν. η περιέργεια είναι έμφυτη. τα απαραίτητα εργαλεία βρίσκονται πλέον στην διάθεση της καθεμίας. οι θέσεις που ακολουθούν απευθύνονται αποκλειστικά σε ανθρώπινα όντα που ήδη έχουν ξεκινήσει και βρίσκονται καθ’ οδόν. δηλαδή σε ανθρώπινα όντα. τίποτε άλλο παρά λίγα λόγια που ψιθυρίζονται από το στόμα στο αυτί


ένα. η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει καιρό τώρα και ο χρόνος λιγοστεύει. άγχος τερατωδών διαστάσεων ικανό να παραλύσει. εύκολη λύση η επιστροφή στο βασίλειο του Θεάματος. τελειωτική επικράτηση του Θανάτου. 


ένας ανίσχυρος ψίθυρος δυναμώνει ως το ύψος της κραυγής μας: Ο Χ Ι


δύο. μονάχα το Σώμα αυτής της Μέρας (κι όλη η μαύρη Άβυσσος από κάτω). αντέχεις;


τρία. η πορεία της «εξατομίκευσης» γίνεται πραγματικά ενδιαφέρουσα όταν αντιλαμβάνεσαι ως τη ρίζα πόσο απαραίτητοι είναι οι άλλοι για να γίνεις ο Εαυτός σου. κι ήδη χαράζει μες τους σπασμούς της Μέρας η Κοινότητα που έρχεται


τέσσερα. αν κάποτε συναντηθούμε, θα ‘ναι έξω από το βασίλειο του Θεάματος, θα ‘ναι πάνω στο σπαρασσόμενο Σώμα της Μέρας 


πέντε. όλος ο αγώνας των κινηματογραφιστών συμπυκνώνεται πλέον σε ένα αίτημα και μόνο: «πώς τελειώνεις τον κινηματογράφο;». με άλλα λόγια: πώς βγαίνουμε από το βασίλειο του Θεάματος;


έξι. εδώ, όπως και σε όλα τα μεγάλα ζητήματα της «Δύσης», υπάρχουν ουσιαστικά δύο προσεγγίσεις: η «εβραϊκή» και η «ελληνική»


εφτά. τις ιερές εικόνες δεν τις δείχνουμε (η αναπαράσταση ως βλασφημία) / κι αυτό το κορίτσι; 


οκτώ. κι είπε: είμαι η μέρα


εννιά. είμαι η αρχή


δέκα. είμαι η επανάσταση


έντεκα. είμαι η δημοκρατία


δώδεκα. εσύ τί είσαι;


δεκατρία. (αρκεί που εμφανίζονται. πώς έφτασαν τόσο μακριά;) 


δεκατέσσερα.


δεκαπέντε. από το θέαμα της καταστροφής του Κόσμου στην καταστροφή του θεάματος του Κόσμου


δεκαέξι. Θ


δεκαεφτά. Ε


δεκαοκτώ. Α


δεκαεννιά. Τ


είκοσι. Ρ

12.2.22

 

αποδοχή


                                                                                                                                       της Δάφνης

 

είναι πολλά εκείνα που δεν ξέρουμε

κι εκείνα που ποτέ μας δεν θα μάθουμε

ακόμη πιο πολλά∙ προχώρα

 

κι αν κρώζει κάποτε κακάσχημα η μέρα

(σα γάτα που της πάτησες το πόδι)

κι οι σταυροφόροι ξέρουνε και σκίζουν τον αέρα

 

προχώρα∙ δική σου η πρωινή δροσιά, δική σου η μέρα

δικό σου το φιλί που φύλαγες για μένα

δικό σου το τραγούδι που αλλάζει τον αέρα

  

12.2.22

9.6.20

Περίληψη προηγουμένων





Όσα ακολουθούν γράφτηκαν πριν από λίγες εβδομάδες και ήδη φαντάζουν «παλιά νέα». Ωστόσο ίσως να μην είναι τελείως άσκοπο να τα αφήσω εδώ μολονότι γνωρίζω ότι μονάχα ελάχιστα ξύνουν την επιφάνεια μιας κοσμογονικής εμπειρίας που μέχρι χθες φάνταζε «αδιανόητη». Κι είναι ακριβώς εδώ που εδράζεται η τρομαχτική σημασία εκείνου που συνέβη: μια Πλανητική Ταινία στην οποία μετείχαμε (σχεδόν) όλοι, μια Λέξη που έγινε Κοινή (Κορόνα), μία συγκλονιστική Παύση που έκανε -έστω για λίγο- τις μηχανές να σταματήσουν. Με άλλα λόγια: κάτι που ομοίαζε εκπληκτικά σ’ εκείνο που αναμέναμε μια φορά κι έναν καιρό όταν μιλούσαμε για Επανάσταση. Όσο κι αν οι ποικίλες εξουσίες επιθυμούν την επιστροφή στην «κανονικότητα», η Μεγάλη Παύση όντως συνέβη και τα Σώματα μαζί με τις Ψυχές, τα Ζώα και τα Φυτά την ένιωσαν. Τίποτα δεν μπορεί να είναι το ίδιο πια.


Δοκιμάζοντας να εισέλθω σ’ ένα συγκεκριμένο ποτάμι τούτη τη στιγμή (κι αφήνοντάς το να με κατευθύνει εκείνο) θα μπορούσα να επισημάνω -για αρχή- ότι ο περιβόητος ιός (κι όχι η λατρεμένη μου Κορόνα) έχει λειτουργήσει ως τώρα ως εξαιρετική «νομιμοποίηση» για ολόκληρο εκείνο το πλέγμα νευρώσεων που χαρακτηρίζουν κι εν πολλοίς συγκροτούν το «μοντέρνο υποκείμενο».

(φαντάζομαι ότι η συμπαθής συνάδελφος δεν είναι η μόνη που δεν διακρίνει ίχνος γελοιότητας στην ακραία προφυλακτική στάση της και μαζί στην πλήρη εναρμόνιση της συμπεριφοράς της με τις ανά περίοδο ντιρεκτίβες της πεφωτισμένης επιστημονικής-πολτικής-αστυνομικής αυθεντίας που έχει αναλάβει την διαχείριση της «κρίσης»)

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν όλο και περισσότερα «μοντέρνα υποκείμενα» θα θεοποιήσουν την περιούσια νεύρωσή τους με ισχυρότατο κίνδυνο να οδηγηθούν σε μια ψυχωσικού τύπου αποδιοργάνωση ή/και κατάρρευση με ό,τι συνεπάγεται αυτό για το κοινωνικό σώμα ή εάν θα επιτρέψουν στην αρχή της εναντιοδρομίας να τους παρασύρει προς την άλλη κατεύθυνση – εκείνη που υποδεικνύουν με τον τρόπο τους οι «ανεύθυνοι» νέοι που επιμένουν να συναθροίζονται σε δημόσιους χώρους αδιαφορώντας για έναν Νόμο ο οποίος έχει απεμπολήσει κάθε ίχνος σοφίας για να εκπέσει σε ένα ισχνό φύλλο συκής των πλέον ωμών συμφερόντων.

Όπως έχουν ήδη τονίσει όχι λίγοι από τους γνωστούς σεσημασμένους όλα τα παραπάνω καταλήγουν στον τρόμο ενός ολόκληρου Πολιτισμού εμπρός στο αδιανόητο του θανάτου και τις κωμικοτραγικές απόπειρές του να εξοβελίσει -με μια πληθώρα μηχανισμών- εκείνο που δεν εξοβελίζεται δίχως να εξοβελιστεί το ίδιο το ανθρώπινο.

Ίσως λοιπόν ο ιός ν’ αποτελεί όντως τη «στιγμή μηδέν» για την οποία έγραφα άτσαλα εδώ και την οποία όλοι την προσμέναμε -κι ας μην τ’ ομολογούσαμε- βαθιά στα φυλλοκάρδια μας.

..........................................................................................................................................................................

Θα πυροδοτήσει άραγε η εμπειρία αυτή ένα σημείο μεταστροφής προς δρόμους που δεν πήραμε ή έχουμε ξεχάσει ότι κάποτε πήραμε (δεν είναι το ίδιο άραγε;) ή θα λειτουργήσει ως έναυσμα για την πλήρη εκδίπλωση της εγγενούς τάσης του κυρίαρχου Δυτικού Πολιτισμού προς τον ολοκληρωτικό έλεγχο της συμπεριφοράς και άρα -με τον έναν ή τον άλλον τρόπο- την κατάργηση του ανθρώπου ως αινίγματος;

Καθώς το τελευταίο ομοιάζει με αυτοκτονία (κάτι που δεν μπορεί να συμβεί στο επίπεδο του είδους…) η δική μας «πρόβλεψη» είναι ότι θα εκδιπλωθούν παράλληλα (κάτι που φυσικά συμβαίνει ήδη εδώ και καιρό) και οι δύο τάσεις σε έναν ακραίο αγώνα δρόμου και το οποίο -ενοποιημένα- ίσως να μπορεί να τεθεί ως εξής: θα προλάβουμε να αρθούμε σε ένα είδος ολιστικής, πλανητικής συνείδησης (πρωτίστως ως μοναδικότητες που επηρεάζουν ό,τι βρίσκεται ολόγυρά τους) προτού να είναι πολύ αργά για τη συνέχιση μιας αξιοβίωτης ζωής του είδους μας επάνω στον πλανήτη Γη;

Με τα λόγια του Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ από το βιβλίο «Η Ανακάλυψη του Εγώ» (μετάφραση  Άννα Φιλαλλήθη-Κουντουριώτου, εκδόσεις Αναγνωστίδη):

«Ο αγώνας που αντιμετωπίζει η εποχή μας είναι πραγματικά σχεδόν ανυπέρβλητα δύσκολος. Απαιτεί μια τεράστια υπευθυνότητα από μέρους μας, αν δεν θέλουμε να γίνουμε ένοχοι μιας ακόμα «προδοσίας του κλήρου». Απευθύνεται σ’ αυτές τις ηγετικές και ικανές να ασκήσουν επιρροή προσωπικότητες που έχουν την απαραίτητη εξυπνάδα για να καταλάβουν την κατάσταση που βρίσκεται ο κόσμος μας. […] Εντελώς ξέχωρα από τις βαρβαρότητες και τα αιματοκυλίσματα που διέπραξαν τα Χριστιανικά έθνη αναμεταξύ τους κατά τη διάρκεια ολόκληρης της Ευρωπαϊκής ιστορίας, ο Ευρωπαίος πρέπει να απολογηθεί για όλα τα εγκλήματα που διέπραξε ενάντια στους μαύρους λαούς κατά την διάρκεια του αποικισμού. Απ’ αυτή την άποψη ο λευκός άνθρωπος κουβαλάει ένα πραγματικά πολύ βαρύ φορτίο. Αυτό μας δείχνει μια εικόνα της κοινής ανθρώπινης σκιάς που πολύ δύσκολα θα μπορούσε να ζωγραφιστεί με σκοτεινότερα χρώματα. Το κακό που εμφανίζεται στον άνθρωπο και που αναμφίβολα κατοικεί μέσα του είναι γιγαντιαίων διαστάσεων, ώστε το γεγονός ότι η Εκκλησία μιλάει για προπατορικό αμάρτημα και τοποθετεί την αρχή του στο σχετικά αθώο ολίσθημα του Αδάμ μαζί με την Εύα είναι σχεδόν ευφημισμός. […] Θα ήταν μια ανυπόφορη σκέψη ότι πρέπει να αναλάβουμε προσωπική ευθύνη για μια τόσο μεγάλη ενοχή. […] Η αναγνώριση της σκιάς, από την άλλη μεριά, οδηγεί στη μετριοφροσύνη που χρειαζόμαστε για να παραδεχτούμε την ατέλεια. Και αυτή ακριβώς η συνειδητή αναγνώριση και αντιμετώπιση είναι απαραίτητη οποτεδήποτε πρόκειται να θεμελιωθεί μια ανθρώπινη σχέση. Μια ανθρώπινη σχέση δεν βασίζεται στη διαφοροποίηση και την τελειότητα, γιατί αυτές μόνο δίνουνε έμφαση στις διαφορές ή προκαλούνε την εμφάνιση του ακριβώς αντίθετου. Βασίζεται, μάλλον, στην ατέλεια, σε ότι είναι αδύνατο, αβοήθητο και έχει ανάγκη υποστήριξης – σ’ αυτή την ίδια τη βάση και το κίνητρο της εξάρτησης. Ο τέλειος δεν έχει ανάγκη κανέναν άλλον, αλλά ο αδύναμος ναι, γιατί αναζητάει στήριγμα και δεν αντιμετωπίζει τον σύντροφό του με τρόπο που δια της βίας πιθανώς θα τον έβαζε σε κατώτερη μοίρα και θα τον ταπείνωνε. Αυτή η ταπείνωση μπορεί να συμβεί πάρα πολύ εύκολα μόνο όπου ο ιδεαλισμός παίζει ένα πολύ ελέγχοντα ρόλο. […] Για την αντιμετώπιση αυτού του κινδύνου, η ελεύθερη κοινωνία χρειάζεται ένα δεσμό συναισθηματικής φύσης, μιαν αρχή όμοια με την CARITAS, τη Χριστιανική αγάπη του πλησίον σου. Όμως ακριβώς αυτή η αγάπη για τον πλησίον υποφέρει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο απ’ την έλλειψη κατανόησης που σφυρηλατείται με την προβολή. Κατά συνέπεια θα ήταν προς πολύ μεγάλο όφελος της κοινωνίας το να αφιερώσει λίγη σκέψη στο πρόβλημα της ανθρώπινης σχέσης κάτω από ψυχολογικό πρίσμα γιατί μέσα σ’ αυτό κατοικεί η πραγματική της συνοχή και συνεπώς η δύναμή της. Εκεί που σταματάει η αγάπη, αρχίζει η ισχύς, η βία και η τρομοκρατία.»

Ας συμφωνήσω κι εγώ (με έναν ύστατο φόρο τιμής στον Ιμάνουελ Βαλερστάιν) ότι οι πιθανότητες είναι 50-50. Κι ας ομολογήσω ότι προσωπικά το παίζω ήδη (υπέρ της αγάπης) – καιρό τώρα.

23.3.20

Καλώς ήρθες Κορόνα μου!




Τα είπαμε χθες με την Λ., τα συμφωνήσαμε

Την περίμενα από τις 31 Ιανουαρίου όταν και αυτοανακηρύχθηκα Βασιλιάς της Νήσου σε μια αυτοσχέδια τελετή δίχως κανέναν ανθρώπινο μάρτυρα. Μονάχα τα πουλιά, τα έντομα και τα φυτά χάρηκαν με τη χαρά μου, πόνεσαν με τον πόνο μου. Και χθες μου ήρθε επιτέλους! Η Κορόνα μου έφτασε στο νησί με τη μορφή απαγόρευσης κυκλοφορίας από τα χείλη του δημοκρατικά εκλεγμένου γιου του πατέρα του - οιονεί τοποτηρητή της εύρυθμης (λέμε τώρα...) λειτουργίας της αποικίας. 

Το σύγχρονο Κράτος, το μόνο που υπάρχει για να διασφαλίζει την κυριαρχία του Εμπορεύματος, μέχρι εδώ μπορεί να φτάσει. Μέχρι εδώ μπορεί να περιορίσει τα Σώματα. Προτού περάσει στη μαζική εξολόθρευση βεβαίως-βεβαίως. Αλλά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια "ασθένεια" των Κινέζων ή των Εβραίων ή των Κονγκολέζων. Η Κορόνα μου δεν κάνει διακρίσεις, μας αγαπάει όλους εξίσου. Και μας αγαπάει παράφορα.

Σκέφτηκε άραγε κανείς ως τώρα ότι -από την σκοπιά εκείνης- όποιος νοσήσει και πεθάνει από την Κορόνα πρέπει να πεθάνει;  

(με δάκρυα στα μάτια και κόμπο στη φωνή ο ανθρωπιστής που κρύβεται μέσα στον πρωκτό μας παλεύει να προσφέρει μερικές χιλιάδες -ακόμα- ώρες τηλεοπτικής μοναξιάς στους γέροντες που κανείς δεν ακούει και στους άρρωστους που κανείς δεν θέλει...)

Όχι, καλέ μου δημοκράτη, δεν αλλαξοπίστησα ούτε σταμάτησα να πιστεύω με πάθος στις δυνατότητες του είδους - το ανάποδο για την ακρίβεια. Ποτέ πριν τόσο συνειδητός. Ποτέ πριν τόσο παθιασμένος. Αλλιώς τι σόι Βασιλιάς της Νήσου θα ήμουν; Κάτι άλλο προσπαθώ να πω.

Μοίρα σου, δημοκράτη μου, δεν είναι η αποκολοκύνθωση. Ό,τι κι αν σου τάζουνε, όσο κι αν σε τρομοκρατούν (εσύ τους βάζεις μέσα στο σπίτι σου kardia mou), όσες εικονικές πραγματικότητες κι αν επιβάλουν πάνω στ' αλαφιασμένα σου ματάκια, ξέρεις πολύ καλά πότε είσαι ζωντανός. Και πότε πτώμα.

Τώρα είναι η ώρα, δημοκράτη μου! Όσο πιο βαθιά μέσα, τόσο πιο ανοιχτά έξω. Τα όρια τα βάζουμε εμείς, δημοκράτη μου, τις δυνατότητες εμείς τις εξερευνούμε, τις γιορτές εμείς τις στήνουμε, τα σπίτια μας εμείς τ' ανοίγουμε! Πάρε τις κατσαρόλες σου λοιπόν και γέλασε με την καρδιά σου με τ' αρρωστάκια της κάθε εξουσίας. Δες πόσο θλιβερά μοιάζουν όλα αυτά τα παιδάκια που δεν έλαβαν Αγάπη όταν πιο πολύ τη χρειάζονταν για να βουτηχτούν έπειτα ολόκληρα στη μνησικακία (μελόδραμα;). 

Προσωπικά δεν έχω πρόβλημα πάντως: όλοι οι πετυχημένοι ας σηκώσουν το χέρι κι ας επανδρώσουν την πρώτη μαζική αποστολή στο Διάστημα. Κι εγώ θα τους κουνάω το μαντίλι... με λύπη με χαρά...

Για να σ' ακούσω λοιπόν να λες (όπως το είπε μόλις ο Φάντυ): "ό,τι και να γίνει, είμαστε μαζί bro!"

10.10.19

Τζόκερ ή το τέλος των ψευδαισθήσεων




Το Τζόκερ του Τοντ Φίλιπς αφηγείται την σταδιακή καταβύθιση (ή μήπως ανύψωση;) ενός μοναχικού, ψυχικά τραυματισμένου ανθρώπου («κάνω μόνο αρνητικές σκέψεις») στην «τρέλα» και το «έγκλημα». Καθώς οι άμυνες και οι ποικίλες διέξοδοι διαφυγής του καταρρέουν η μια μετά την άλλην, ο Άρθουρ Φλεκ διασχίζει το κρίσιμο όριο που χωρίζει τον «φυσιολογικό» κόσμο από εκείνον την «παραφροσύνης» παίζοντας παράλληλα τον ρόλο του καταλύτη που θα πυροδοτήσει ένα βίαιο, μηδενιστικό κίνημα διαμαρτυρίας. Αποκομμένος πλέον απ' ό,τιδήποτε τον συνέδεε με τους Άλλους, ο Άρθουρ θα βιώσει την απόλυτη ξενότητα –και μαζί την μοναδικότητά του– προτού μεταμορφωθεί σε καθαρή «θετικότητα» και γίνει ο «εαυτός» του. Και γίνει ο Τζόκερ.

Η ταινία ορθώνεται έτσι ενώπιον του θεατή σαν ένας καθρέφτης της αλλοτρίωσης, της σκληρότητας, της διαρραγής των δεσμών αλληλεγγύης και της απουσίας νοήματος που ταλανίζουν τις «προηγμένες», τεχνολογικές κοινωνίες της Δύσης (όσο πιο «προηγμένες», τόσο πιο διαλυμένες άραγε;) στις οποίες φαίνεται ότι η μόνη εναπομείνασα μορφή διαμεσολάβησης των κοινωνικών σχέσεων δεν είναι άλλη από το ίδιο το θέαμα. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν το θέαμα ως μηχανισμός διαμεσολάβησης καταρρέει; Όταν δηλαδή ο Τζόκερ αποκαλύπτει το κενό που κρύβεται πίσω από την φαντασμαγορική πρόσοψη των εικόνων που νανουρίζουν τις μάζες; Μα τι άλλο από ανεξέλεγκτη «δράση», δηλαδή από τυφλό, χαοτικό, ξέφρενο ξέσπασμα...

Όπως όμως επισημαίνει υπαινικτικά και το τελευταίο πλάνο του Τζόκερ –συνοψίζοντας ολόκληρη την ταινία– η ατομική εξέγερση εντός του καπιταλιστικού πλαισίου (άσυλο ψυχικά ασθενών) είναι μάταιη και ατελέσφερη στον βαθμό που η «μηδενιστική» (διάβαζε: αντιπαραγωγική) χαρά που εκλύεται όταν κανείς καταστρέφει ηδονικά εκείνο που τον καταστρέφει δεν συνταιριάζεται με την ευθύνη η οποία συγκροτεί ένα αληθινό πρόσωπο – κάποιον δηλαδή που υπάρχει σε σχέση με τους Άλλους και για τους Άλλους (οι οποίοι δεν λογίζονται πλέον ως απρόσωποι ξένοι, αλλά ως προέκταση του ίδιου σου του εαυτού). Φευ, η «θετικότητα» του αναγεννημένου/αναστημένου Τζόκερ δεν είναι παρά η άλλη όψη της «αρνητικότητας» του Άρθουρ...

Το Τζόκερ δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να κοιτάξει πιο πέρα. Παραμένοντας ως το τέλος στο επίπεδο του καθρέφτη, θα δείξει μεν τους φραγμένους δρόμους, τους δρόμους που δεν βγάζουν πουθενά, αλλά δεν θα αρθεί ως την «ουτοπία». Ακόμη κι έτσι πρόκειται για μια σημαντική ταινία που φανερώνει με εμφατικό τρόπο το τραγικό αδιέξοδο ενός ολόκληρου Πολιτισμού κι όπου μια οξυδερκής κριτική του θεάματος («φαίνομαι, άρα υπάρχω») συνυπάρχει με μια διεισδυτική ανάλυση της σκοτεινής γοητείας που ασκεί το Κακό στο φαντασιακό του Δυτικού κόσμου. Δίχως να ξεχνάμε, βεβαίως, ότι κοιτάει κατάματα κάτι που παραμένει ακόμα εν πολλοίς ταμπού (ψυχική ασθένεια) και τολμά να θέσει –ανάμεσα σε άλλα– ένα ζήτημα κρίσιμης σημασίας που μας απασχολεί βαθιά εδώ και καιρό: αυτό που συμβαίνει στον Άρθουρ Φλεκ αποτελεί μια τυπική περίπτωση ψύχωσης ή μήπως κάτι άλλο;